Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Ασκηταριά της Μεγάλης Πρέσπας!


Της Χρυσάνθης Σταυροπούλου-Τσιούμη Καθηγήτριας στο ΑΠΘ   

Να αναζητήσει κανείς τους ιδιαίτερους λόγους για τους οποίους κάποιοι άνθρωποι, επώνυμοι ή ανώνυμοι, μόνασαν κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους στους βράχους της Μεγάλης Πρέσπας είναι δύσκολο. Ίσως είναι καλύτερα ο επισκέπτης να κάνει σήμερα τις δικές του σκέψεις και προεκτάσεις αφήνοντας τη γοητεία της φύσης και των ανθρώπινων έργων να λειτουργήσει μέσα του. Βασικά πάντως η απομόνωση στα ασκηταριά των βράχων εντάσσεται στο πνεύμα του χριστιανικού ασκητισμού και είναι δείγμα αγάπης ή προσπάθεια εξαγνισμού «εν κοινωνία» προς τα όσα υπέφερε ο Χριστός. Το απομονωμένο, γαλήνιο και πανέμορφο αυτό κομμάτι της ελληνικής γης προσφερόταν και προσφέρεται γι’ αυτή τη διαδικασία της εσωτερικής αναζήτησης. Τα κελιά των μοναχών είναι σκαλισμένα στους βράχους και δίπλα τους ναοί ταπεινοί, χτισμένοι με ντόπια πέτρα. Η άρνηση των γήινων αγαθών και η διαβίωση σε σκληρές συνθήκες δεν αποκλείουν την ύπαρξη έργων ζωγραφικής, τα οποία άλλωστε αποτελούν στοιχεία της διδασκαλίας της πίστης και προσφορά στο Θεό. 

Τοιχογραφίες των βράχων 

 Τα πρώτα έργα που βλέπει κανείς, καθώς προχωρεί στην απέναντι από το χωριό Ψαράδες όχθη, είναι οι τοιχογραφίες των βράχων. Ίχνη από λιθοκατασκευές ή λαξεύσεις στους απροσπέλαστους από την ξηρά βρόχους δείχνουν ότι οι τοιχογραφίες πρέπει να ανήκαν σε ασκηταριά. Η πρώτη τοιχογραφία που συναντούμε, μια Παναγία με τα χέρια υψωμένα σε δέηση και το Χριστό μπροστά στο στήθος αποδίδει τον παλιό κωνσταντινουπολίτικο τύπο της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας. Ανορθόγραφη επιγραφή μιλάει για ανακαίνιση του χώρου με τη συνδρομή κάποιου ζεύγους. Σώζεται μόνο το όνομα της γυναίκας (Αρμένκα) και το έτος εκπόνησης της τοιχογραφίας (1455), στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να υποθέσουμε ότι υπήρχε ή ότι υπάρχει κάτω από αυτήν την τοιχογραφία κάποια παλαιότερη; Αυτό είναι θέμα της μελλοντικής έρευνας. Πιο πέρα μια δεύτερη τοιχογραφία εικονίζει πάλι την Παναγία να κρατεί στο δεξί χέρι τον Χριστό. Σε μια ανθρώπινη εκδήλωση μάνα και παιδί ακουμπούν τα πρόσωπά τους με τρυφερότητα. Ο τύπος της παράστασης ανταποκρίνεται στην Παναγία Ελεούσα-Γλυκοφιλούσα, όμως η επιγραφή την ονομάζει Πάντων Χαρά. Μια επιγραφή κάτω από την παράσταση σώζει τα ονόματα των αφιερωτών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Μανουήλ Δραγάση και το έτος που κατασκευάστηκε η τοιχογραφία (1373), σε μια περίοδο δηλαδή δύσκολη και ταραγμένη. Το επώνυμο μας προσανατολίζει, χωρίς όμως αποδεικτικά στοιχεία, σε μια πιθανή σχέση των προσώπων με την αυτοκρατορική οικογένεια ή την αυτοκρατορική αυλή. Έργο με γρήγορες και σχηματοποιημένες πινελιές είναι χαρακτηριστικό μιας τέχνης με μοναστικό – επαρχιακό χαρακτήρα, η οποία όμως παρακολουθεί τη μεγάλη τέχνη της ίδιας εποχής. Αξίζει να μνημονεύσουμε μία ακόμη τοιχογραφία που βρίσκεται από τη μεριά του χωριού Ψαράδες και κάπως πιο απόμακρα, η οποία παριστάνει τον άγιο Νικόλαο, προστάτη των ναυτικών. Το έργο έγινε στα 1827 και δείχνει τη διαχρονική συνέχιση της παράδοσης και της σημασίας του χώρου.  

Μεταμόρφωση του Σωτήρος  

Το ασκηταριό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος είναι το πρώτο που συναντούμε αμέσως μετά την τοιχογραφία της Παναγίας της Ελεούσας και ίσως και το παλιότερο, αφού υποθέτουμε πως πρέπει να έγινε του 13ο αι. Στον μυχό μιας μικρής παραλίας και μέσα στο βράχο σώζεται μικρός, πετρόχτιστος, μονόχωρος και καμαροσκέπαστος ναός. Βόρεια από αυτόν υπάρχουν ίχνη από κελιά μοναχών. Η πρόσβαση γίνεται με μικρή ξύλινη σκάλα. Υπολείμματα τοιχογραφιών δείχνουν πως ο ναός είχε και ζωγραφική διακόσμηση, η οποία δεν σώζεται καλά.  

Μικρή Ανάληψη  

Πιο πέρα, ψηλά οε μια εσοχή βράχων είναι χτισμένο το ασκηταριό της Μικρής Ανάληψης. Η κατασκευή πρόσβασης που εκτελείται αυτήν την εποχή θα κάνει προσιτό στον κόσμο το μικρό και δύσβατο αυτό ασκηταριό. Χωμένος μέσα σε βράχο στέκεται ο μικρός καμαροσκεπαστός, μονόχωρος ναός που έχει ανατολικά μόνο δύο κόγχες, του ιερού βήματος και της πρόθεσης. Στους χώρους αυτούς σώζονται παραστάσεις με την Παναγία τη Βλαχερνίτισσα, τον Μελισμό, την Πεντηκοστή και την Ανάληψη. Είναι έργα προσεγμένα, καλής τέχνης της περιφέρειας, πιθανόν του τέλους του 15ου αι.  

Παναγία η Ελεούσα  

Ακολουθεί το καλύτερα διατηρημένο ασκηταριό της Παναγιάς της Ελεούσας. Βρίσκεται σε μια μικρή παραλία, ψηλά, μέσα σ’ ένα βαθύ σπήλαιο με σχεδόν κάθετους βράχους. Ο ναός είναι μικρός και χτισμένος με πέτρες και κονίαμα. Είναι μονόχωρος και καμαροσκέπαστος. Εξωτερικά είναι επιχρισμένος και οι επιχρισμένοι τοίχοι διανθίζονται με κόκκινες γραμμές που μιμούνται την πλίθινη διακόσμηση των βυζαντινών χρόνων. Είναι μια λύση που δόθηκε για να ικανοποιήσει τις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής και της περιοχής, μια και η μεταφορά πλίνθων στο δύσβατο αυτό χώρο ήταν προβληματική. Στο τοξωτό τμήμα πάνω από την είσοδο εικονίζεται η Παναγία η Ελεούσα, πλαισιωμένη από ταινία με ωραίο κόσμημα. Η εικονογράφηση της μορφής της στη θέση αυτή δείχνει πως ο ναός ήταν αφιερωμένος στο όνομα της. Το εσωτερικό του ναού είναι γεμάτο με τοιχογραφίες. Σώζεται η ιδρυτική επιγραφή που αναφέρει ότι η ανέγερση του ναού της Θεοτόκου έγινε το 1409/10 με τη συνδρομή, τον κόπο και τα έξοδα τριών μοναχών, του Σάββα, του Ιακώβου και του Βαρλαάμ, όταν «αυθέντης» ήταν ο Βλουκασηνός (Βουλκασηνός). Συζητήθηκε το θέμα αν ο αναφερόμενος Βλουκασηνός ταυτίζεται με τον Vukasin που κατείχε την περιοχή το 1355-1371, τονίσθηκε όμως ότι ούτε αυτός ούτε ο γιος του ήταν αυτή την εποχή στη ζωή. Τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτήν την επιγραφή δεν είναι εύκολο να υποθέσουμε. Μήπως η επιγραφή του 1410 αναγράφηκε, όταν έγινε η εσωτερική τοιχογράφηση και αναφέρεται και στο χτίσιμο που μπορεί να έγινε σε προγενέστερη εποχή; Είναι αλήθεια πάντως ότι η εξωτερική τοιχογραφία έχει διαφορετική ποιότητα από τις εσωτερικές τοιχογραφίες. Μια άλλη επιγραφή στο νότιο τοίχο αναφέρει ως ζωγράφο τον ιερομόναχο Ιωαννίκιο. Αλλά και σ’ αυτόν το χώρο διαπιστώθηκε τεχνοτροπική διαφοροποίηση των τοιχογραφιών, η οποία προβλημάτισε για το αν οι σκηνές της πάνω και της κάτω ζώνης έγιναν από τον ίδιο ζωγράφο, διότι αυτός που ζωγράφισε το Δωδεκάορτο της πάνω ζώνης έχει μια απλοϊκή τεχνική και τεχνοτροπία, ενώ η κάτω ζώνη με τους αγίους ακολουθεί πιο αποτελεσματικά την παράδοση της βυζαντινής τέχνης αυτής της εποχής. Διατυπώθηκε μάλιστα η υπόθεση ότι ο Ιωαννίκιος, που φαίνεται να γνώριζε τη ζωγραφική της Καστοριάς και της Αχρίδας, είναι αυτός που ζωγράφισε τις μεμονωμένες μορφές των αγίων. Το θέμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
  
Αναγκαία η συντήρηση  

Η άσκηση στους βράχους της Μεγάλης Πρέσπας άρχισε στους βυζαντινούς χρόνους και συνεχίστηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ονόματα επώνυμων και ανώνυμων μας μεταφέρουν σε διάφορες εποχές και σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, οι οποίες πρέπει επίσης να έπαιξαν το ρόλο τους στις επιλογές κάποιων ανθρώπων για πλήρη απομόνωση από τα εγκόσμια. Η μελέτη και η συντήρηση των λίγων αυτών ασκηταριών είναι έργο με προτεραιότητα όχι μόνο εξαιτίας της γοητείας τους αλλά και εξαιτίας του κινδύνου που διατρέχουν από το χρόνο και τις καιρικές συνθήκες.   

(Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες» - αφιέρωμα: Τα Μοναστήρια της Μακεδονίας, 14 Απριλίου 1996, σ.20-25.) 

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Αυτή την Κυριακή με την Καθημερινή!


Προσφορά βιβλίο για τον Μέγα Αλέξανδρο αυτή την Κυριακή με την Καθημερινή!   

Ο Μέγας Αλέξανδρος, εκτός από μεγάλος στρατηγικός νους και αρχηγός ανθρώπων, μετέδωσε το ελληνικό πνεύμα στα έσχατα όρια της Ασίας της εποχής του. Έως τα χρόνια της διάδοσης του Ισλάμ, η ελληνική παιδεία και γλώσσα υπήρξε κτήμα του γνωστού κόσμου στην ανατολή. Για τους Έλληνες όλων των εποχών, ο "Μεγαλέξανδρος" έγινε ένας λαϊκός ήρωας χωρίς χρόνο και τόπο.

Το Μοναστήρι της Ορμύλιας!


ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ. Λίγα χιλιόμετρα από τα βόρεια παράλια του κόλπου της Κασσάνδρας, σε μια καταπράσινη περιοχή από ελαιώνες και αμπελώνες, ανάμεσα στις κοινότητες Βατοπεδίου και Ορμύλιας, εγκαταστάθηκε πριν από 23 χρόνια το γυναικείο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, γνωστό ως μοναστήρι της Ορμύλιας. Το μοναστήρι, αγιορείτικο μετόχι της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, κτισμένο σε αντέρεισμα, αναπτύχθηκε ραγδαία και σήμερα, υπό την σκιάν της αγιορείτικης πνευματικής κληρονομιάς, αποτελεί πρότυπο του μοναστικού κοινοβίου στην Ελλάδα. Εκεί ακμάζει ο γυναικείος μοναχισμός «ως λόγος ζωής και άοκνος προσφορά», στην ιεραποστολή και στο κοινωνικό έργο. Η Αδελφότητα με τις 100 και πλέον μοναχές προσφέρει τις υπηρεσίες και τη διακονία της σε διάφορους τομείς και στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας που δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα να μετέχει στη ζωή της Εκκλησίας.  

Της Γιώτας Μορτσιώτη  

 «Αι αδελφαί», απλαί ανεπαήδευται, χαρίεσσαι και πολέμισσαι από πρωίας ως νυκτός, μόναι ή μετ’ αδελφών εις τον άβατον τόπον ή εις το αρχονταρίκιον, πάντοτε μεταγγίζουσαι εις τον λαόν του Θεού ευγένειαν, χαράν και αγαλλίασιν, παραμυθίαν, ευχαριστίαν, ικανοποίησιν «χορτασμόν», μέχρι να φύγουν διά να ξαναέλθουν μετ’ ελπίδων εις το "φιλοξενίας δοχείον"…». Έτσι περιγράφει την αδελφότητα του Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της Ορμύλιας Χαλκιδικής ο πνευματικός πατέρας και οδηγός τους Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους. Ως ένα «φιλοξενίας δοχείον» με τις ακούραστες μοναχές, στο σώμα και στην ψυχή, και με ένα βλέμμα ως ψαλμωδία που γλυκαίνει τον επισκέπτη στον εσπερινό, στην τράπεζα, στο αρχονταρίκι ή στην πλακόστρωτη αυλή. Ο χώρος και ο χρόνος στο Μοναστήρι της Ορμύλιας, που δικαίως ονομάστηκε «Πύλη του Άθω», έχει σταματήσει αιώνες πριν, στην εποχή του Βυζαντίου. Κυρίαρχα στοιχεία η ενότητα της πίστεως, το βίωμα των παραδόσεων και η διατήρησή τους, με σύγχρονη μορφή, αλλά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και τέλος, το αγιορείτικο τυπικό που ακολουθείται με πίστη και ακρίβεια. Οι αγγελόσχημες φιγούρες, νεαρότατες στην ηλικία που έχουν περιβληθεί το μοναχικό ένδυμα έπειτα από δοκιμασία έχοντας τις αρετές υπακοή, ακτημοσύνη, παρθενία, υποταγή, αναχώρηση, εξομολόγηση – μετάνοια, πίστη και αφοσίωση, φροντίζουν για όλα. Είναι πανταχού παρούσες. Η κάθε μία στο πόστο της. Η αδελφή Εισοδία η πορτάρισσα «εισάγει» τον επισκέπτη σ’ έναν άλλο κόσμο μέσα στον κόσμο.
   
Αρχιτεκτονική  

Το «πάντρεμα» της αγιορείτικης και μακεδονικής αρχιτεκτονικής είναι η εικόνα της πρώτης ματιάς στις νεόκτιστες πτέρυγες των κελιών και των εργαστηρίων, αλλά και στο ανακαινισμένο παλαιό μετόχι. Όλα λειτουργούν με οργάνωση, νοικοκυροσύνη, αλλά και κατανυκτική ευλάβεια προς τον Κύριον. Γι’ αυτό και το εγκαταλελειμμένα πέτρινο μετόχι του Βατοπεδίου, αναβίωσε όταν το 1974 εγκαταστάθηκαν εδώ οι πρώτες μοναχές, αφήνοντας τη μοναστική κοιτίδα των Μετεώρων για να ακολουθήσουν τον πνευματικό τους πατέρα και ηγέτη Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανό. Ο μικρός, αλλά σταθερός πυρήνας με ηγουμένη τη Νικοδήμη και μερικές δόκιμες μοναχές από την περιοχή των Τρικάλων, που περιεβλήθησαν το μοναχικό σχήμα, σιγά-σιγά μεγάλωσε. Οι πρώτες μοναχικές κουρές, διηγείται ο Σιμωνοπετρίτης Αθανάσιος (αδελφός της γερόντισσας Νικοδήμης), συνέπεσαν με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου… «Κι όμως, στην Ορμύλια άρχισε ένας πόλεμος -άλλου επιπέδου και μορφής- ειρηνικός και δημιουργικός. Κουραστήκαμε, μονολογεί, από τις ποικιλόμορφες ξενόφερτες φόρμες ζωής και φαίνεται πως η επιστροφή στις ρίζες της φυλής μας παίρνει σήμερα πανελλήνιες διαστάσεις. Κι είναι αυτό παρήγορο, αλήθεια…». Δεν είναι, άλλωστε, μόνον Ελληνίδες που ακλούθησαν το μοναχικό σχήμα, αλλά και Ευρωπαίες ετερόδοξοι. Ανάμεσα σ’ αυτές, πέντε Γαλλίδες που «ασπάστηκαν» την Ορθοδοξία, αναζητώντας το νόημα της ζωής και μία άλλη διάσταση της αλήθειας που δεν βρήκαν στο Παρίσι ή στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης. Σήμερα, οι 120 και πλέον μοναχές, μέσα σε 19 χρόνια, έχουν πραγματοποιήσει σχεδόν τα πάντα. Χάρη στην εργατικότητά τους, την αγάπη τους στο περιβάλλον στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος της Ορθοδοξίας και τον σεβασμό τους προς τη φύση, δημιούργησαν ένα πρότυπο μοναστηριακό συγκρότημα «πιλότο» του ορθόδοξου γυναικείου μοναχισμού. Επιστήμονες οι περισσότερες επιτελούν σπουδαίο έργο. Η Ιερωνύμη και η Ασυγκρίτη στο οδοντιατρείο, η Δαμιανή και η Θαλελαία στο ιατρείο, η Αιμιλιανή και η Πορφυρία επικεφαλής του εργαστηρίου ζωγραφικής, η Συνεσία στην κεντητική, η Ιλαρία στο ιεροραφείο, ακολουθώντας πιστά και με μεράκι τα σχέδια -βυζαντινά κυρίως αντίγραφα- της Παρακλήτης, φτιάχνουν με τα χέρια τους… «αγγέλους» και «ποιήματα». Αριστουργήματα της χειροποίητης παραδοσιακής τέχνης τα κεντήματα, οι ζωγραφικές και τα υφαντά κοσμούν τα παράθυρα με τα βυζαντινά μοτίβα, τους τοίχους και τα ξυλόγλυπτα λιτά έπιπλα του μοναστηριού. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αποφέρουν πολύτιμα έσοδα στο μοναστήρι από τις πολυάριθμες παραγγελίες που προέρχονται από εκκλησίες της Ελλάδος και του εξωτερικού.  

Στο αρχονταρίκι  

Ελληνικός καφές και λουκούμι στο αρχονταρίκι περιμένει τον επισκέπτη μετά τον εσπερινό, με χαμόγελο και ευγένεια από τις αδελφές Ηλιανή, Δομετιανή, Μαρδαρία, Θαβωρία που έχουν την ευκαιρία να ακούσουν με αγάπη και υπομονή τα προβλήματα των πιστών του έξω κόσμου που έχουν τόση ανάγκη από γαλήνη και ηρεμία… Στα υπόλοιπα διακονήματα της ημέρας εργάζονται ασταμάτητα και οι υπόλοιπες μοναχές από το χάραμα έως νυκτός. Στα περιβόλια και τους ελαιώνες η αδελφή Ολυμπιάς, στους κήπους η Χαριτίνη (αδελφή εκ σαρκός του υπηρετούντος οικονόμου πατρός Σεραπίωνα Σιμωνοπετρίτη), στις σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες η αδελφή Ευεργετινή – κόρη ενός τσέλιγκα από το Μέτσοβο, «Η εργασία είναι ανάμεσα εις την εωθινήν λατρείαν και την νυκτερινήν ζωήν, πεφροντισμένη, παστρική, ευσυνείδητος, έμπονος και έγκοπος. Η μοναχή δίδει την καρδίαν της εις τους ώμους της… ως εν γάμω τρέχουσα εγκαρδίως, προλαμβάνει να επιστρατεύσει τους γερούς αυτής ώμους» σημειώνει ο γέροντας Αιμιλιανός. Και η ψαλμωδία στον όρθρο, τη λειτουργία, τον εσπερινό είναι «απομίμησις της αγγελικής γλώσσης, ρυθμός εναρμόνιος, χορός ομόφωνος βυζαντινός… αναζήτησις του θεϊκού προσώπου».  

 Συμπαράσταση  

Ένα χιλιόμετρο περίπου από το μοναστηριακό συγκρότημα η Παναγιά η φιλανθρωπινή με ανοιχτές τις αγκάλες στον άνθρωπο ανοίγει την είσοδο στο Κέντρο Πνευματικής και Κοινωνικής συμπαραστάσεως. Ένα υπερσύγχρονο ιατρικό και κοινωνικό κέντρο όπου οι ταπεινοί άνθρωποι της περιοχής βρίσκουν συμπαράσταση και θεραπεία στα προβλήματά τους με προγράμματα για την πρόληψη του καρκίνου και του Έιτζ. Κτίστηκε με δωρεά της οικογένειας Χατζηπατέρα κοντά στο χωριό Βατοπέδι κι εκεί οι μοναχές προσφέρουν απλόχερα την αγάπη τους στον άνθρωπο. Υπηρετούν «ταις χρείαις του ανθρώπου», ψυχικές και σωματικές, μέσα από τις υπερσύγχρονες αίθουσες ιατρικής αρωγής παθολογίας, οδοντιατρικής, τα βιολογικά εργαστήρια και τις αίθουσες πνευματικών εκδηλώσεων και επιστημονικών συμποσίων. Συμβάλλουν «στη βίωση παραδοσιακών αντιλήψεων περί της ζωής, της παρούσης και του μέλλοντος και στην αφύπνιση του δυναμικού της ανθρώπινης ψυχής της κοινωνούσης με τον Θεόν», για περισσότερη συμμετοχή στο κοινό έργο της ανθρωπιάς και της αγάπης, αρετές που κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στον «πολιτισμένο» κόσμο μας.   

(Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες» - αφιέρωμα: Τα Μοναστήρια της Μακεδονίας, 14 Απριλίου 1996, σ.30-31.) 

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Μονές στην Ανατολική Μακεδονία!


Του Δημητρίου Καλπάκη, αρχαιολόγου.

Η παρουσία του μοναχισμού στην Ανατολική Μακεδονία σηματοδοτείται κυρίως από την ύπαρξη δύο μεγάλων βυζαντινών μονών: του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας στο όρος Παγγαίο. 

Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών 

Ιδρύθηκε το 1270 από τον πρώην Αγιορείτη μοναχό Ιωαννίκιο, ο οποίος, αφού παρέδωσε τη φροντίδα του μονυδρίου που είχε συστήσει στο Χιονοχώρι από τα 1260, εγκαταστάθηκε στο όρος Μενοίκιον, κοντά στις Σέρρες και ανακαίνισε ήδη προϋπάρχοντα ναΐσκο, που σώζεται ως σήμερα. Τη φροντίδα της μονής μετά το θάνατο του Ιωαννικίου, ως Επισκόπου Εζεβών, το 1300, ανέλαβε ο ανηψιός του Ιωακείμ, Επίσκοπος Ζιχνών από το 1288. Σε εκείνη την εποχή ανάγονται τα κύρια οικοδομικά έργα της μονής• τότε πήρε τις σημερινές της διαστάσεις, οχυρώθηκε, χτίστηκε ο Πύργος, η Τράπεζα και το Καθολικό. Παράλληλα, ο Ιωακείμ φρόντισε ώστε η μονή να εξασφαλίσει, εκτός από ακίνητη περιουσία και την αυτοκρατορική μέριμνα (μαρτυρούνται έξι χρυσόβουλλα των Ανδρονίκων Β΄ και Γ΄ από το 1309 ως το 1332) κι επιπλέον συνέταξε το τυπικό της. Από τα 1332 την προστασία της ανέλαβε ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος και την ανακήρυξε σε σταυροπήγιο. Η μονή συνέχισε να ευημερεί και μετά το θάνατο του Ιωακείμ (1333). Στα 1346, με την κάθοδο του Στεφάνου Δουσάν στο χώρο της Μακεδονίας, εξασφαλίζει χρυσόβουλλο του Σέρβου ηγεμόνα, όπως αργότερα (1373) φιρμάνι του σουλτάνου Μουράτ Α΄, κατά την πρώτη κατάληψη των Σερρών από τους Τούρκους. Στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης θα γνωρίσει δύσκολες στιγμές. Ωστόσο, το κενό της αυτοκρατορικής μέριμνας και δωρεών θα καλύψει η συνδρομή ηγεμόνων, επισκόπων και απλών πιστών. Σημαντικά έργα εκτελούνται την εποχή αυτή: οχυρώσεις (τέλη 16ου και μέσα 17ου αι.), ανακαίνιση της Τράπεζας (1795), τοιχογραφήσεις (15ος, 17ος, και Καθολικό 1535, με επιζωγράφιση του 1803) και άλλα. Το ενδιαφέρον των ιδιωτών ήταν επίσης αυτό που πρόλαβε τη διάλυσή της, λόγω του τεράστιου χρέους της, στα 1650. Η μονή διατηρεί, έτσι. το κύρος και την ακτινοβολία της και γίνεται πόλος έλξης επιφανών προσώπων, όπως ο Γεννάδιος Σχολάριος (15ος αι.), ο πρώτος μετά την Άλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, που εγκαταβίωσε εκεί μετά την παραίτησή του από τον οικουμενικό θρόνο. Ουσιαστική ήταν η συμμετοχή της στα επαναστατικά κινήματα των αρχών του 19ου αι., γεγονός που την έφερε πολλές φορές στο στόχαστρο της τουρκικής εκδίκησης, χωρίς ωστόσο να υποστεί κάποια σημαντική καταστροφή. Αυτή ήρθε στις αρχές του 20ου αι., εποχή κατά την οποία η ευρύτερη περιοχή βρίσκεται στη δίνη των βαλκανικών πολέμων. Μετά την απελευθέρωση του 1912 και την ελληνοβουλγαρική συγκυριαρχία ακολουθεί η σύντομη βουλγαρική κατοχή του 1913, κατά την οποία γίνονται οι πρώτες καταστροφές. Η νέα περίοδος δεινών ξεκινά με τη δεύτερη βουλγαρική κατάληψη (1916). Τον Ιούνιο του 1917 συντελείται η μεγάλη λεηλασία της μονής. Πολύτιμα κειμήλια φεύγουν στη Βουλγαρία, καθώς επίσης και χειρόγραφα μέρος των οποίων {περίπου 250) επανήλθε αργότερα στην Ελλάδα και εντάχθηκε στη συλλογή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενώ τα υπόλοιπα παρέμειναν στη Βουλγαρία, ακλουθώντας την τύχη των χειρογράφων της Εικοσιφοίνισσας, για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Το βυζαντινό και μεταβυζαντινό αρχείο της μονής που περιελάμβανε πολύτιμα έγγραφα, όπως αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, πατριαρχικά συγίλλια και σουλτανικά φιρμάνια, είχε την ίδια μοίρα. Η οικονομική συρρίκνωση που συνοδεύεται και από έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, επιτείνεται με τις απαλλοτριώσεις γαιών των δεκαετιών ’20 και ’30 και την τελευταία βουλγαρική κατοχή (1941-1944). Τα τελευταία χρόνια η μονή γνωρίζει νέα άνθηση, μετά την εκεί εγκατάσταση γυναικείας αδελφότητας. Πρόσφατα, ανακηρύχθηκε από την UNESCO μνημείο προβιομηχανικής τεχνολογίας εφαρμοσμένης στο πλαίσιο λειτουργίας βυζαντινού μοναστηριού. 

Μονή Εικοσιφοίνισσας 

Η ίδρυση της μονής της Εικοσιφοίνισσας, γνωστής και ως της Αχειροποιήτου Θεοτόκου, στις πλαγιές του όρους Παγγαίου, ανάγεται στον 9ο με 10ο αι. Ως ιδρυτής της φέρεται ο όσιος Γερμανός, μοναχός αρχικά στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, στην Παλαιστίνη. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, ο όσιος πέθανε σε άλλο τόπο και στις αρχές του 10ου αι., τα οστά του μεταφέρθηκαν από τον τσάρο Σαμουήλ στο χωριό Άγιος Γερμανός των Πρεσπών, που πήρε και το όνομά του. Παράλληλα, η μονή αναγνωρίζει ως κτήτορές της και τους Νικόλαο και Νεόφυτο, βυζαντινούς άρχοντες, πιθανόν της εποχής του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄, Οι πληροφορίες μας για τη μονή κατά τη βυζαντινή περίοδο είναι λιγοστές. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι βρίσκεται σε μεγάλη ακμή κατά το 14ο αι., ενώ στην τουρκοκρατία αποτελεί το σημαντικότερο κέντρο της θρησκευτικής ζωής για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής. Στα τέλη του 15ου αι., μαρτυρείται άνθηση της μονής που συνδέεται με την παρουσία και τις δωρεές του πρώην πατριάρχη Διονυσίου Α΄, ο οποίος επίσης συγκαταλέγεται μεταξύ των κτητόρων της. Λίγα χρόνια αργότερα (1507), σημειώνεται η πρώτη μεγάλη καταστροφή της μονής, από τους Τούρκους, γρήγορα όμως ανακάμπτει, ύστερα μάλιστα από την επάνδρωσή της από μοναχούς της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Στα μέσα του 16ου αι. καταστρέφεται από πυρκαγιά· φαίνεται, ωστόσο, πως ανοικοδομείται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, επισκεπτόμενος τη μονή, ρυθμίζει το κοινοβιακό της σύστημα. Μεταξύ μέσων 18ου και 19ου αι. η μονή γνωρίζει νέα περίοδο άνθησης. Εκτελούνται σημαντικά έργα, όπως η κατασκευή του τέμπλου του Καθολικού από Χιώτες τεχνίτες (1791¬1813), ή η τοιχογράφηση του Καθολικού, στο πρώτο μισό του 19ου αι. Παράλληλα, είναι σημαντική η εκπαιδευτική δράση της μονής. Ως τα 1843 διατηρούσε σχολή των «κοινών γραμμάτων», ενώ στα 1844 ίδρυσε την Ελληνική και αργότερα τη Γεωργική Σχολή, συνεχίζοντας παράλληλα να ενισχύει την Ελληνική Σχολή της Αλιστράτης. Την οικονομική δυσπραγία που έρχεται στα μέσα του 19ου αι., συμπληρώνουν οι καταστροφές της περιόδου του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877). Πρόσκαιρη ανακούφιση θα φέρουν οι εισφορές από «ταξίδια» στη Ρωσία, καθώς επίσης και οι ενέργειες του Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου, στα τέλη του 19ου αι. Με το ξεκίνημα του 20ου αι., όμως, η μονή εισέρχεται στη δίνη των γενικότερων εξελίξεων στο χώρο της Μακεδονίας. Υφίσταται σημαντικές καταστροφές κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα και τους πολέμους του 1912 και 1913. Το 1917 Βούλγαροι κομιτατζήδες εισβάλλουν στη μονή και τη λεηλατούν. Τα πολύτιμα κειμήλια και τα περίφημα χειρόγραφα (πάνω από 450) που διαρπάζονται μεταφέρονται στη Βουλγαρία. Στα 1923 μικρό μόνο μέρος των χειρογράφων αυτών (περίπου 30) επιστρέφει στην Ελλάδα μαζί με χειρόγραφα της μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Η τύχη του κύριου όγκου τους, όμως, παρέμεινε άγνωστη για πολλές δεκαετίες. Μόλις προ ολίγων ετών έγινε πλέον γνωστό ότι βρίσκονται στη Σόφια και αποτελούν, μαζί με χειρόγραφα του Τιμίου Προδρόμου, τη συλλογή του Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών («Ivan Dujcev»). Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1943} πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς τη μονή (πλην του Καθολικού της). Η ανοικοδόμησή της που άρχισε αμέσως μετά τον πόλεμο συνεχίστηκε και ως πρόσφατα. Σήμερα λειτουργεί ως ακμάζουσα γυναικεία μονή και υπάγεται στη Μητρόπολη Δράμας. 

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εστιάζεται στις δύο μεγάλες μονές δε σημαίνει ότι η παρουσία του μοναχισμού στην περιοχή περιορίζεται μόνο σ’ αυτές. Αντιθέτως, μαρτυρούνται μονύδρια τόσο στη βυζαντινή εποχή όσο και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, αν και η ταύτιση των περισσοτέρων από αυτά είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Στην περίοδο της όψιμης τουρκοκρατίας ανάγεται η πρόσφατα ανακαινισμένη εκ βάθρων γυναικεία μονή Αναλήψεως στην Πρώτη Σερρών (18ος αι.), και η επίσης γυναικεία μονή Αγίας Κυριακής στην Αλιστράτη (19ος αι.). 

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Ανατολική Μακεδονία, λόγω και της γεωγραφικής της θέσης, αποτελεί ζωτικό χώρο όπου ήδη από τα βυζαντινά χρόνια αναπτύσσονται αγιορείτικα μετόχια. Η παρουσία των μετοχίων αυτών δημιούργησε μια παράδοση που διαρκεί ως τις μέρες μας (π.χ. Μονή Αρχαγγέλου στη Θάσο, μετόχι της Μονής Φιλοθέου) και αποτελεί έναν από τους παράγοντες αναβίωσης του μοναχισμού στην περιοχή. Μιας αναβίωσης που τις τελευταίες δεκαετίες εκφράζεται με την ίδρυση νέων μονών, από τις οποίες αναφέρουμε ενδεικτικά του Αγίου Δημητρίου στη Νικήσιανη, του Αγίου Παντελεήμονος στο Χρυσόκαστρο, της Παναγίας Βύσσιανης στις Σέρρες, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Νικητών, του Αγίου Παντελεήμονος στη Θάσο, καθώς επίσης και αυτές του Αγίου Σύλλα Καβάλας και Παναγίας Θάσου

(Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες» - αφιέρωμα: Τα Μοναστήρια της Μακεδονίας, 14 Απριλίου 1996, σ.6-9.) 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Μεγάλου Αλεξάνδρου!


Η μεγαλοπρεπής προτομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κοσμεί από τις 24 Οκτωβρίου 2010 τη Δυτική Είσοδο της πόλεως των Αθηνών, στη συμβολή της Ιεράς Οδού με τη Λεωφόρο Αθηνών στο Δαφνί Χαϊδαρίου σε περίοπτη θέση. 
Με τη συμβολή του Δήμου Χαϊδαρίου και ύστερα από επίπονες προσπάθειες του προέδρου της Ένωσης Μακεδόνων Δυτικής Αττικής κ. Απόστολου Καραπέτρου και την ενεργό συμμετοχή και συμπαράσταση των μελών του Δ.Σ., ένα όνειρο ετών έγινε πραγματικότητα. 
Τα αποκαλυπτήρια της προτομής έκαναν ο τότε Νομάρχης Αθηνών κ. Δημήτρης Σγουρός και ο τότε Δήμαρχος Χαϊδαρίου κ. Δημήτρης Μαραβέλιας. Κύριος ομιλητής της εκδήλωσης ήταν ο Πρέσβης κ. Καραγιάννης Ιωάννης. Η εκδήλωση έκλεισε με Μακεδονικούς χορούς και μπουφέ με πλούσια εδέσματα, γλυκίσματα και ποτά. 
Στους προσκεκλημένους διακρίνονται ο πρώην Δήμαρχος Χαϊδαρίου κ. Κυριάκος Ντηνιακός, η τότε Υποψήφια Αντιπεριφερειάρχης Αττικής και νυν Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας κ. Άννα Καραμανλή, Αντιδήμαρχοι, Δημοτικοί Σύμβουλοι και πολλοί Υποψήφιοι των επικείμενων τότε Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών.

Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση εδώ!


Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Μονές στις όχθες του Αλιάκμονα!


Του Σωτήρη Βογιατζή, Αρχιτέκτονα αναστηλωτή. 

Ο Αλιάκμονας το σχεδόν άγνωστο για τον πολύ κόσμο ποτάμι της Δυτικής Μακεδονίας πέραν του μοναδικού του φυσικού κάλλους, αποτελεί συγχρόνως κοιτίδα των ιστορικών και θρησκευτικών παραδόσεων της περιοχής. Στις όχθες του κτίστηκαν την εποχή της τουρκοκρατίας σειρά μοναστικών κέντρων, μονυδρίων, ασκηταριών συνδεδεμένων όπως αναφέρουν τα αγιολογικά κείμενα με πνευματικούς δεσμούς. Στα μοναστήρια αυτά συγκεντρωνόταν η πνευματική ζωή της περιοχής. Μεγαλύτερο από όλα είναι η μονή του Οσίου Νικάνορα η επονομαζόμενη και Ζάβορδα. Η μονή αυτή δεσπόζει σαν κάστρο του Ρήνου από την κορυφή του απότομου υψώματος Κονιβός ή Καλλίστρατος (κατ’ ευφημισμόν του κακόστρατος-δύσβατος), στην αριστερή όχθη της νοτιότερης καμπής του Αλιάκμονα. Ιδρύθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα (πιθανόν το 1528) από τον Όσιο Νικάνορα, εξέχουσα ασκητική μορφή της περιοχής, η μνήμη του οποίου εορτάζεται στις 7 Αυγούστου. Στη συνέχεια το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ακμή και απέκτησε μεγάλο πλούτο σε γη. Εξαρχής σχεδόν δημιούργησε σχολείο για την εκπαίδευση των μοναχών, το οποίο αργότερα εξελίχτηκε σε σημαντικό παιδευτικό κέντρο της δυτικής Μακεδονίας, λειτουργούσε δε έως το 1912. 

 Διοικητικό κέντρο 

Η μονή φαίνεται ότι αποτελούσε ένα είδος διοικητικού κέντρου της περιοχής, αφού στον κώδικα του 1692 εμφανίζεται κατάλογος με τα χωριά και τους κατοίκους της επαρχία Γρεβενών. Ακόμα οι Βαλαάδες, εξισλαμισμένοι ελληνόφωνοι κάτοικοι των Χασίων, διατηρούσαν κάποια επαφή με τη χριστιανική θρησκεία μέσω της μονής Ζάβορδας, αφού συχνά αφιέρωναν γελάδια και βόδια και περιέφεραν την εικόνα της Μεταμορφώσεως σε περιπτώσεις επιζωατίας. Έθιμο που διατηρήθηκε ως τις μέρες μας είναι η περιφορά της εικόνας και των λειψάνων του Οσίου Νικάνορος (με ειδικά μουλάρια με μεγάλα κουδούνια) μια φορά το χρόνο στα χωριά της περιοχής. Η περιφορά αυτή είχε χαρακτήρα πανηγυρικό και αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς, η συνοδεία δε κατέλυε στα χωριά που επισκεπτόταν επί μέρες και όλοι έδιναν στο μέτρο του δυνατού χρήματα ή αγροτικά προϊόντα για το μοναστήρι. 
Στα νοτιανατολικά του μοναστηριού βρίσκεται «πόρος», πέρασμα του ποταμού, το οποίο είναι σε χρήση τρεις μήνες το χρόνο. Τον υπόλοιπο χρόνο, που το ποτάμι είναι αδιάβατο, οι μοναχοί χρησιμοποιούσαν εναέριο καλώδιο, σε ένα σημείο στα βορειοδυτικά της μονής όπου οι όχθες του ποταμού πλησιάζουν, για να περνούν απέναντι ζώα και ανθρώπους, δραστηριότητα που αποτελούσε σημαντική οικονομική ενίσχυση της μονής. 
Η Ζάβορδα, χάρις στην ισχυρή προσωπικότητα του Οσίου, επισκίασε το παλαιότερο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στο Μελέντσικο (Μελανή) και πιθανόν το απορρόφησε, όπως και την γειτονική βυζαντινή μονή Τορνικίου. Η Ζάβορδα υπήχθη στο Πατριαρχείο του Ιπεκίου (Πετς) τουλάχιστον έως το 1715, από το 1767 όμως υπάγεται στην Μητρόπολη Γρεβενών. Ύστερα από μια σύντομη περίοδο ακμής, από τα μέσα του 17ου αιώνα, το μοναστήρι παρακμάζει οικονομικά, ακολουθώντας τη μοίρα των περισσοτέρων ορεινών μονών. 

Καθολικό 

Κατασκευασμένο πάνω σε παλιότερο άγνωστης χρονολογίας ερείπιο το καθολικό της μονής ανήκει στους αθωνικού τύπου ναούς δηλαδή στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους με χορούς και περιμετρική στοά (χαγιάτι). Ο ναός είναι κατάγραφος με θαυμάσιες τοιχογραφίες, διατηρημένες σε πολύ καλή κατάσταση και συντηρημένες πρόσφατα, χρονολογημένες το 1592. Κατά πάσαν πιθανότητα η τοιχογράφηση έγινε από τον γνωστό, αλλά αμφιλεγόμενο ζωγράφο του 16ου αιώνα φράγκο Καστελάνο. Σε άμεση γειτνίαση με το ναό έχει χτιστεί το 1873 το υπερμέγεθες κωδωνοστάσιο από πελεκητή πέτρα. Το καθολικό περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές από διώροφα και τριώροφα κτίρια. Χαρακτηριστική μορφή είναι ο μεγάλος σκεπαστός εξώστης (ο επονομάζαμενος «λάντζα») κατασκευασμένος στη θέση με την καλύτερη θέα στο ποτάμι, ο οποίος εμφανίζεται και στην διαθήκη του κτίτορα «… οι μοναχοί… και μη καθεζέσθωσαν όλην την ημέραν επί την λόντζαν…». Ακόμη διακρίνονται οι χώροι της Τράπεζας, της οποίας οι τοιχογραφίες είναι ακόμη επιχρισμένες, του μαγκιπείου (Φούρνου), του ηγουμενείου και των λοιπών κελιών και χώρων της μονής. 
Τα κτίρια της μονής χτυπήθηκαν από τον σεισμό που έπληξε τη μονή την 13η Μαρτίου 1995 και απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για την αποκατάστασή τους. Στη βάση του ιδίου βράχου βρίσκεται το ασκητήριο του Αγίου Γεωργίου του Ζαμπουρτζά, στο οποίο για πρώτη φορά μόνασε ο Όσιος Νικάνορ γύρω στο 1517, πριν ιδρύσει την κυρίως μονή. Αποτελείται από μικρό εκκλησάκι και χώρους διαβίωσης σκαμμένους στον απότομο βράχο πάνω από τις όχθες του Αλιάκμονα. Η πρόσβαση είναι σχεδόν αδύνατη σήμερα εκτός από οργανωμένη ομάδα ορειβατών. 

Μεταμόρφωση Σωτήρος 

Δυτικότερα της Ζάβορδας σε χαμηλότερη στάθμη ακριβώς στις όχθες του ποταμού βρίσκεται το μικρότερο βυζαντινό μοναστήρι της Μεταμόρφωσης Σωτήρος Τορνικίου. Σήμερα είναι ημιερειπωμένο. Το όνομα αυτό συνδέεται προφανώς με τη μεγάλη ομώνυμη βυζαντινή οικογένεια, που φαίνεται είχε κτήματα στην περιοχή. Ανάγεται στον 15ο αιώνα, αλλά απορροφήθηκε σε μεταγενέστερη εποχή από την γειτονική και πλουσιότερη Ζάβορδα. Αποτελείται από μια μόνο γραμμική πτέρυγα χώρων στο ανατολικό άκρο της οποίας έχει προσκολληθεί το καθολικό. Το τελευταίο παρουσιάζει την εξής ιδιορρυθμία: Είναι διώροφο και ο ναός του ορόφου ανήκει τυπολογικά στις μικρές καμαροσκεπείς βασιλικές. Δεύτερος ναός όμοιος σε διαστάσεις είναι και ο ναός του ισογείου. Ο τελευταίος φέρει τοιχογραφίες ιστορημένες το 1728 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή. Αντίθετα ο ναός του ορόφου είναι τοιχογραφημένος το 1481, όπως αναφέρεται στην σχετική επιγραφή. Προφανώς προϋπήρξε ο ναός του ορόφου, ενώ τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκε σε εκκλησία ο ισόγειος χώρος κάτω από το καθολικό. Οι τοιχογραφίες είναι επαρχιακές και όχι ιδιαίτερα καλής ποιότητας και το εργαστήριο που τις ζωγράφισε έλκει την καταγωγή του από την Καστοριά. Η χρονολογία του ορόφου αναφέρεται σε ναό κατασκευασμένο σε δεύτερη φάση. Συνεπώς η κατασκευή του ναού ανάγεται τυπικά στη βυζαντινή εποχή, αν και στην περιοχή αυτή η τουρκική κατάκτηση ολοκληρώθηκε γύρω στις αρχές του 15ου αιώνα. 
Το μοναστήρι σύμφωνα με έγγραφο ζητείας του 1607 είχε δώδεκα μοναχούς. Οι υπάρχοντες χώροι δείχνουν ότι δεν πρέπει να υπήρχε ποτέ πολύ μεγαλύτερη συνοδεία στη μονή. Σήμερα σώζονται σε ερειπωμένη μορφή λίγα κελιά, αποθηκευτικοί χώροι στο ισόγειο και ένας πύργος ενταγμένος στην πτέρυγα αναγνωρίσιμος μόνο από τους παχύτερους τοίχους του. Το μοναστήρι του Τορνικίου δυστυχώς θα βρεθεί κάτω από τη στάθμη της λίμνης που θα δημιουργηθεί από το φράγμα στον Αλιάκμονα και δεν έχει ακόμα αναληφθεί πρωτοβουλία για τη διάσωση του. 

Προφήτης Ηλίας 

Στην περιοχή αυτή κοντά στο χωριό Ασώματοι Βέροιας και πλάι στο ποτάμι βρίσκεται και το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, ερειπωμένο σήμερα από το οποίο σώζεται μόνο το μικρό καθολικό. Σύμφωνα με μαρτυρίες λειτουργούσε μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ναός είναι μονόχωρο κτίσμα μορφής ξυλόστεγης Βασιλικής με ισοπλατή μεταγενέστερο νάρθηκα, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η αρχιτεκτονική του δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά είναι ιστορημένο με σημαντικές τοιχογραφίες. Σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή, που βρίσκεται στο μαρμάρινο υπέρθυρο της εισόδου, ιστορήθηκε το 1570. Τεχνοτροπικά η ζωγραφική ανήκει στο ρεύμα που ανάμεσα στο 1565 και 1598 έδωσε θαυμάσια τοπογραφημένα σύνολα στην πόλη της Βέροιας. Σε κάποιο από αυτά τα εργαστήρια φαίνεται ότι ανήκε ο ζωγράφος. 
Τέλος κοντά στη Βέροια βρίσκεται και η Μονή Τιμίου Προδρόμου (Σκήτη Βέροιας) που εξετάζεται αλλού, συνδεδεμένη όμως από την ίδρυσή της τον 16ο αιώνα με πνευματικούς δεσμούς με τη μονή της Ζάβορδας. 

(Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες» - αφιέρωμα: Τα Μοναστήρια της Μακεδονίας, 14 Απριλίου 1996, σ. 10-12.) 

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Μια προσφορά από το Έθνος της Κυριακής: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


Από την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε η κυκλοφορία του πολυτελούς τετράτομου έργου για τη ζωή του Μεγάλου Στρατηλάτη, με το ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ.  

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ   

Πλούσιες ιστορικές πληροφορίες και μοναδικό φωτογραφικό υλικό ζωντανεύουν τον μύθο του Μεγαλέξανδρου και αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές από τη θαυμαστή πορεία του. Μέσα από την αντιπαράθεση και ταυτόχρονα συνύπαρξη ιστορίας και σημερινής πραγματικότητας, ο αναγνώστης περπατάει στα ίδια μονοπάτια, ταξιδεύει σε απόμακρες περιοχές της γης και θαυμάζει τον θρύλο και τη μαγεία που επιβιώνει σε λαούς με διαφορετικό πολιτισμό και άλλες θρησκείες. Το έργο αυτό είναι αφιερωμένο στον βασιλιά της Μακεδονίας, τον ηρωικό στρατηλάτη, τον ενσαρκωτή της ιδέας ενοποίησης του ελληνικού πολιτισμού με τον πολιτισμό της Ανατολής. 

Αυτή την Κυριακή, 19 Οκτωβρίου, θα κυκλοφορήσει ο τέταρτος τόμος.